Αἰνόπαρις

Αἰνόπαρις
direful Paris
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰνόπαρις — direful Paris masc nom sg αἰνόπαρις direful Paris fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αινόπαρις — Αἰνόπαρις ( ιδος), ο (Α) ο δυσοίωνος, ο πρόξενος συμφορών Πάρις (πρβλ. και Δύσπαρις). [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰνὸς + Πάρις] …   Dictionary of Greek

  • αἰνόπαριν — Αἰνόπαρις direful Paris masc acc sg αἰνόπαρις direful Paris fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰνόπαριν — Αἰνόπαρις direful Paris masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αινελένη — η η φοβερή Ελένη (όπως αινόπαρις). [ΕΤΥΜΟΛ. < αινή + Ελένη] …   Dictionary of Greek

  • αινός — I Ονομασία αρχαίων πόλεων. 1. Αρχαία πόλη της Θράκης (την αναφέρει ο Όμηρος) στις εκβολές του Έβρου, στην τουρκική σήμερα όχθη του. Φαίνεται πως πριν ακόμα από τη μυκηναϊκή εποχή είχε αποικιστεί από Αιολείς της κυρίως Ελλάδας και των νησιών. Τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.